Γεννήθηκε την δεκαετία του 50' και μεγάλωσε στον κάμπο της Μάνης. Τα δύσκολα χρόνια τον έκαναν να ξενιτευτεί και να αναζητήσει δουλειά στην πρωτεύουσα. Με πολλές θυσίες, κόπους και διάβασμα κατάφερε να αποφοιτήσει από την Ανωτέρα Ηλεκτρονική. Αργότερα έπιασε δουλειά στην ΔΕΗ, εργάτης στην αρχή και στην συνέχεια έφτασε στον βαθμό του υποτομεάρχη. Τώρα συνταξιούχος, απολαμβάνει την ηρεμία της οικογένειας και της κόρης του. Περπατάει στην παραλία με τον ανιψιό του αναλύοντας και φιλοσοφώντας την ζωή και την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων. Η πείρα του έδειξε ποιος προοδεύει στην ζωή και ποιος όχι...
Τρίτη 8 Ιουλίου 2008
Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008
"Βαπτίζεται ο δούλος Του Θεού Αργύρης..."
Πάνε τέσσερα χρόνια από τον θάνατο του θείου Αργύρη. Αν και "απών" ο θείος, όλοι ζούσαν εκείνη την στιγμή με την ενθύμηση του, σαν να ήταν και εκείνος εκεί δίπλα, καθισμένος σε μια καρέκλα. Ήταν βλέπετε τα βαφτίσια του εγγονού του, του Αργυράκη! Στην εκκλησία της Βάρης, εκεί ήταν όλοι μαζεμένοι για να τελέσουν το ιερό μυστήριο του Βαπτίσματος... Όλα κυλούσαν ομαλά στην σεμνή αυτή τελετή, μέχρι την στιγμή της κατάδυσης. Ο παπά-Δαβίδ ενώ εκφωνούσε: "Βαπτίζεται ο δούλος Του..." διακόπτεται από μία βροντερή και σταθερή φωνή, η οποία διαπέρασε όλους τους καλεσμένους, σηκώνοντάς τους την τρίχα κάγκελο από το δέος: "Αργύρης" αναφώνησε ο άγνωστος αυτός, κρύβοντας την ανωνυμία του στο πλήθος. Αμέσως όλοι αναρωτιούνται από που ήρθε αυτή η φωνή, ποιος ήταν αυτός που διέκοψε τον παπά να συνεχίσει την φράση του. Κάποιοι δάκρυσαν. Ήταν ο παππούς ο Κώστας, γείτονας και καλύτερος φίλος του μακαριστού...
Ετικέτες
Καθημερινά
Κυριακή 6 Ιουλίου 2008
Γειά σου ρε Δήμαρχε...
Περπατάω με έναν φίλο μου στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου και στο ύψος της στάσης του τραμ "Μπάτης" στην κατηφοριά για το θεατράκι, συναντάω τον Δήμαρχο μας. Τον είδα να φωνάζει στους Δημοτικούς Αστυνομικούς για κάτι σκουπίδια που είχε πετάξει κάποιος. Έλεγε: "Δεν τον είδατε αυτόν που έτρωγε τα καλαμπόκια και τα πέταξε, να τον πιάσατε να του αστράψετε δυο σκαμπίλια" και συνέχισε: "Εδώ δίπλα είναι ο σκουπιδοτενεκές, δεν τον βλέπει;" Οι αστυνομικοί είχαν μείνει σύξυλοι και δεν βρίσκαν λόγια για να απολογηθούν. Εγώ συνέχισα να περπατάω αλλά συνειδητοποίησα ότι ο φίλος μου είχε μείνει και "χάζευε" τον Δήμαρχο που φώναζε. Γύρισα και εγώ και περίμενα. Ξαφνικά γυρίζει ο Δήμαρχος, με βλέπει που περίμενα και μου λέει με την βροντερή φωνή του και το στρατιωτικό ύφος του: "Βλέπεις κάτι περίεργο;" Έκπληκτος εγώ απαντάω: "Όχι, τίποτα" και γυρίζω και λέω στον φίλον μου φανερά εκνευρισμένος: "Ρε πάμε να φύγουμε από εδώ"...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)